Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο Φρόυντ αφού έχει θεμελιώσει την
ψυχολογική γνώση και θεραπεία με την ψυχανάλυση, θέτει ερωτήματα σχετικά με την
έννοια του πολιτισμού. Η ψυχανάλυση σύμφωνα με το δημιουργό της θα μπορούσε να
χαρακτηρισθεί συνοπτικά ως: μια μέθοδος για τη διερεύνηση του ασυνειδήτου, μια
τεχνική θεραπείας των νευρώσεων και μια γενική θεωρία για την ψυχική ζωή του
ανθρώπου[1]. Η
συμβολή της ψυχανάλυσης έγκειται στο ότι είναι δυνατόν να αποτελέσει μια βάση
για την ψυχολογική κατανόηση των ατόμων μέσα σε οποιαδήποτε κοινωνία[2].
Ο Φρόυντ, ως σταθερός παρατηρητής της πολιτικής και κοινωνικής ζωής,
ασχολείται με θέματα που αφορούν το κοινωνικό γίγνεσθαι και την πραγματικότητα
της εποχής του. Θεωρεί ότι η ψυχαναλυτική γνώση αποκτά νόημα, όταν παρέχει
απαντήσεις σχετικά με την προέλευση του πολιτισμού. Η ενασχόληση με το ερώτημα
του πολιτισμού ανακύπτει το 1905 στο σύγγραμμά του «Τρεις πραγματείες για τη
θεωρία της σεξουαλικότητας» όπου συναντούμε την ιδέα ότι η ενορμητική καταπίεση
βρίσκεται στη βάση της γένεσης του πολιτισμού, ιδέα που θ’ αναπτύξει πιο
εκτεταμένα το 1929 στο έργο του «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας».
Το ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης όσον αφορά την πολιτική σκέψη έγκειται
στην πιθανή συνεισφορά της σε μια φιλοσοφική και πολιτική ανθρωπολογία[3]. Στα
κείμενά του ο Φρόυντ εκθέτει τις απόψεις του σχετικά με τη λειτουργία της
κοινωνίας, δεν γράφει όμως συστηματικά πολιτικά έργα ούτε δεσμεύτηκε ποτέ σε
ένα κόμμα ή ένα ρεύμα πολιτικών ιδεών. Η ψυχανάλυση είναι ικανή να διαφωτίσει
την ουσία των πιο σημαντικών πολιτισμικών θεσμών, όπως της θρησκείας, της
ηθικής, της δικαιοσύνης, της φιλοσοφίας[4].
Στα 1912- 1913, ο Φρόυντ
αναπτύσσει τη γενεαλογία του πολιτισμού στο έργο του «Τοτέμ και Ταμπού».
Συνεχίζει να εξελίσσει τη σκέψη του σε σχέση με έννοιες που αφορούν τη
συλλογικότητα και σε μετέπειτα έργα του, όπως «Η Ψυχολογία των Μαζών και
Ανάλυση του Εγώ» (1921), «Το μέλλον μιας αυταπάτης» (1927), «Ο Πολιτισμός πηγή
δυστυχίας» (1929).
Η λέξη «πολιτισμός», ετυμολογικά, προέρχεται από τη λέξη «πολίτης» και
η λέξη «πολίτης», με τη σειρά της, προέρχεται από τη λέξη «πόλις». Η έννοια του
πολιτισμού μπορεί να προσδιοριστεί σε συνάφεια και κατ’ αντί-παράθεση με την
έννοια της φύσης, με τον ίδιο τρόπο που η έννοια του ανθρώπου διασαφείται σε
συσχετισμό και κατ’ αντιδιαστολή προς την έννοια του ζώου.
Στο απλό ερώτημα τι ζητούν οι άνθρωποι από τη ζωή, τι θέλουν να
πετύχουν με αυτή, ο Φρόυντ στο κείμενό του «Η δυσφορία μέσα στον
πολιτισμό» θα απαντήσει κατ’ αρχάς το
ίδιο απλά ότι επιδιώκουν την ευτυχία, θέλουν να γίνουν και να παραμείνουν
ευτυχισμένοι. Ο σκοπός αυτός της ζωής επιβάλλεται, σύμφωνα με τη θεωρία του,
από το πρόγραμμα της αρχής της ηδονής. Όμως η εκτέλεση του προγράμματος δεν
είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Το σύμπαν ολόκληρο τού αντιστέκεται, είναι η
διαπίστωση του Φρόυντ, ο οποίος καταλήγει να γράψει ότι στο πρόγραμμα της
«Δημιουργίας» δεν περιέχεται το σχέδιο να είναι ο άνθρωπος «ευτυχισμένος».
Τρεις είναι οι πηγές από τις οποίες προέρχεται ο πόνος των ανθρώπων:
κατ’ αρχάς το ίδιο μας το σώμα, «προορισμένο να μαραθεί και να διαλυθεί»,
έπειτα η υπεροχή της φύσης που μπορεί να στραφεί εναντίον μας με πανίσχυρες και
καταστρεπτικές δυνάμεις και τέλος η κοινωνία, οι σχέσεις μας με τους άλλους
ανθρώπους. Ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι «αισθανόμαστε, ίσως οδυνηρότερα από κάθε
άλλον, τον πόνο που προέρχεται από αυτήν την πηγή». Και αυτό γιατί οι θεσμοί,
του κράτους ή της οικογένειας για παράδειγμα, τους οποίους οι ίδιοι οι άνθρωποι
φτιάχνουν για να προστατευτούν, γίνονται με τη σειρά τους εμπόδιο στην
αναζήτηση της ηδονής και πηγή νέου πόνου και δυσφορίας. Το παράδοξο του
πολιτισμού έγκειται, εντέλει, στο ότι είναι συγχρόνως η αιτία αλλά και η
θεραπεία της δυσφορίας.
Γιατί όμως ο πολιτισμός είναι πηγή δυσφορίας και γενεσιουργός
συμπτωμάτων; Ο Φρόυντ, πάντα με πλαίσιο αναφοράς τη θεωρία του, αντιλαμβάνεται
την εξέλιξη του πολιτισμού σε πλήρη αναλογία με αυτήν του νευρωτικού και με τη
λειτουργία του Υπερεγώ. Η ανάπτυξη του πολιτισμού, κατ’ αναλογία με τη
δημιουργία του νευρωτικού συμπτώματος, απαιτεί από το ανθρώπινο ον όλο και
μεγαλύτερο περιορισμό των ενορμητικών ικανοποιήσεων. Ο πολιτισμός επιβάλλει
θυσίες όχι μόνο στη σεξουαλικότητα αλλά και στην επιθετική τάση του ανθρώπου. Ο
μόνος τρόπος για να εγγραφεί το άτομο στο κοινωνικό σύνολο είναι να εκχωρήσει
ένα κομμάτι της απόλαυσής του προκειμένου να συνυπάρξει και να συμβιώσει με τον
διπλανό του.
Είναι η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό κάτι δομικό; Μπορεί η ψυχαναλυτική
θεραπεία να τη θεραπεύσει; Η σύγχρονη δυσφορία αποτελεί συνέχεια της δυσφορίας
που περιέγραψε ο Φρόυντ εδώ και ογδόντα τρία χρόνια ή μήπως είναι κάτι
διαφορετικό; Η ελεύθερη έκφραση των επιθυμιών και η νομιμοποίηση της απόλαυσης
στη σύγχρονη εποχή θα είχε, άραγε, αποτέλεσμα να γιατρέψει τον άνθρωπο από τη
δυσφορία;
Τα ανθρώπινα όντα ανέκαθεν προσπαθούσαν να έχουν την ψευδαίσθηση ότι
είναι κάτι σαν μικροί θεοί, ότι βρίσκονται στο κέντρο του σύμπαντος και πως
καθορίζουν αποκλειστικά και μόνο αυτοί την μοίρα τους. Από το τέλος ωστόσο της
μεσαιωνικής περιόδου και έπειτα υπήρξαν ορισμένα πλήγματα σε αυτήν την
κοσμοθεωρία αποφασιστικά. Ένα από αυτά είχε προέλθει από τον Κοπέρνικο όταν
έβγαλε τη γη από το κέντρο του σύμπαντος, ένα άλλο από τον Δαρβίνο, όταν
απέδειξε ότι ο άνθρωπος δεν προέρχεται από μια προνομιακή πράξη της δημιουργίας
και ότι κατάγεται από τα ζώα και το τρίτο, που ίσως ήταν και το πιο σημαντικό,
προήλθε από το έργο του Φρόυντ, ο οποίος μέσα από τα βιβλία του έδειξε ότι ο
άνθρωπος ή μάλλον το Εγώ του δεν διαθέτει τον εαυτό του όπως θέλει, αλλά
πιέζεται και κυριαρχείται από ασυνείδητες παρορμήσεις, χωρίς μάλιστα να έχει
στην καθημερινή του ζωή καν την επίγνωση αυτών των παρορμήσεων.
Ο Φρόυντ αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον σημαντικά κεφάλαια
στην ιστορία της παγκόσμιας διανόησης και ειδικότερα στο πεδίο της επιστήμης
της ψυχολογίας. Με το έργο του επρόκειτο να «σημαδέψει» ανεξίτηλα, ήδη από τον
19ο αιώνα και κατεξοχήν κατά τον 20ο αιώνα τη σκέψη σε
θέματα, όπως η εξερεύνηση και ερμηνεία εις βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού και η
επεξήγηση όλου εκείνου του πλαισίου κινήτρων που καθοδηγούν τις ανθρώπινες
πράξεις και ενέργειες. Ο Φρόυντ διαχρονικά υπήρξε από τη μεριά του πρότυπο για
την ανάπτυξη και δόμηση της σκέψης πολλών άλλων ψυχολόγων και στοχαστών μετά
από εκείνον, όσο και αντικείμενο αντιδράσεων και διχογνωμιών, αναφορικά με τη
διαδικασία και τον τρόπο ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς και του ψυχισμού
των ατόμων. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι αλήθεια πως το έργο του αποτέλεσε ένα
είδος παρακαταθήκης για τις επόμενες γενιές επηρεάζοντας με αποφασιστικό τρόπο
την επιστήμη της ψυχολογίας και όχι μόνο.
[1] Αναγνώστου, Λ., Βαμβαλής Τετράγλωσσο Λεξικό της Ψυχανάλυσης, εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα
2004, σελ. 165
[3] Καστοριάδης, Κ. (1996). Ψυχανάλυση και
κοινωνία. Στο «Από την ψυχαναλυτική θεωρία στις ψυχιατρικές πρακτικές»,
σεμινάριο στο Γαλλικό Ινστιτούτο, Τόμος Ι. Αμπατζόγλου, Γ. Αποστολακέας Χ.
(Επιμ.) Θεσσαλονίκη: University Studio
Press
